Ένας Predrag που τον φώναζαν Sasha

Ένας Predrag που τον φώναζαν Sasha
26. Φεβρουαρίου 2018 Legends 0

Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 26 Φεβρουαρίου του 1970, γεννιέται στο Sarajevo ένα αγόρι, εν μέσω ενός πολύ σημαντικού και φαινομενικά αξεπέραστου προβλήματος: ο πατέρας του θέλει να το ονομάσει Predrag, ενώ η μητέρα του τάσσεται ανοιχτά υπέρ του Sasha (από το Aleksandar). Επιδεικνύοντας θαυμαστή διαλλακτικότητα για την εποχή, ο πατέρας του βρίσκει τη λύση: το παιδί θα ονομαστεί Predrag, αλλά θα τον φωνάζουν Sasha.

15 χρόνια αργότερα, σε ένα καλοκαιρινό camp για παιδιά στο Zlatibor, ένας παίκτης της Partizan που ετοιμαζόταν να γίνει προπονητής (και δεν είχε ακόμα ξεκλειδώσει την ειδική ικανότητα να γίνεται μελιτζανί), ονόματι Zeljko Obradovic, αντικρίζει ένα ψηλόλιγνο αγόρι που το φωνάζουν Sasa και παθαίνει ζημιά. Του δίνει μια φανέλα της Partizan και μόλις επιστρέφει στο Βελιγράδι, πιάνει τον τότε βοηθό προπονητή της ομάδας, Dusko Vujosevic, και του λέει: «Άκου, βρήκα ένα παιδί από το Sarajevo που πρέπει να υπογράψουμε αμέσως. Το όνομά του είναι Predrag Danilovic και παίζει στην Bosna Sarajevo».

«Όλη μου η οικογένεια υποστήριζε τον Ερυθρό Αστέρα«, θυμάται μετά από χρόνια ο Sasha. «Εγώ, για να τους πάω κόντρα, επέλεξα να γίνω οπαδός της Partizan. Όταν έμαθα ότι η Partizan με ήθελε, ήμουν πρόθυμος να πάω στο Βελιγράδι και με τα πόδια«.

Αφού πάντως τα πόδια του τον έβγαλαν στο δρόμο, τα πράγματα στην Partizan δεν ήταν ακριβώς ρόδινα. Η ομάδα του δεν ήθελε να τον δώσει, κι έτσι ο πιτσιρικάς πήγε στο Βελιγράδι γνωρίζοντας ότι για έναν χρόνο δεν θα έχει δικαίωμα να παίξει. Από την άλλη, αυτό του έδινε άφθονο χρόνο μέσα στη μέρα, χρόνο που αποφάσισε να γεμίσει με προπόνηση. Έτσι, ιδρωκοπούσε καθημερινά στο γήπεδο για 7 με 8 ώρες. Εκείνη την περίοδο άρχισε να αναπτύσσει εξαιρετική σχέση με τον Vujosevic, που στο μεταξύ είχε γίνει πρώτος προπονητής της Partizan, αν και ήταν ακόμα μόλις 28 ετών.

Σε μια συνέντευξή του, περίπου μια δεκαετία αργότερα, ο Danilovic θυμήθηκε τον πρώτο εκείνο καιρό στο Βελιγράδι: «Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι στην Partizan που με συμπαθούσαν πολύ, όμως υπήρχαν κι άλλοι στην ομάδα που με θεωρούσαν έναν «νεάντερταλ από το Sarajevo», επειδή ήμουν θρασύς και έκανα προπόνηση σαν θηρίο. Εκείνο τον καιρό, ο Vujosevic ήταν για μένα προπονητής και πατέρας. Αυτός με έπλασε στον παίκτη και τον άντρα που έγινα. Από αυτόν έμαθα να δίνω μεγάλη προσοχή και έμφαση στην ατομική δουλειά. Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι το ταλέντο, χωρίς δουλειά, δεν σημαίνει τίποτα. Είναι όμως φορές που ακόμα και η σκληρή δουλειά δεν είναι αρκετή, αν δεν έχεις τύχη. Ευτυχώς, εγώ ήμουν τυχερός».

Την επόμενη σεζόν το πρόβλημα ακόμα δεν είχε λυθεί, και ήταν σαφές ότι θα έπρεπε να μείνει για άλλον έναν χρόνο εκτός αγώνων. Η Partizan αποφάσισε τότε να τον στείλει σε ένα high school στην Αμερική, για να παίξει μπάσκετ και να μάθει τη γλώσσα. Έπαιξε σε γυμνασιακό επίπεδο στο Tennessee, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο ήταν μια περίοδος που πήγε στράφι, αφού δεν βελτιώθηκε καθόλου, μιας και ήταν «μακράν ο καλύτερος παίκτης» σε αυτό το επίπεδο. Τελικά, το καλοκαίρι του 1988 ήταν πια και επίσημα παίκτης της Partizan. 

Το Βελιγράδι τον κράτησε μέχρι το 1992. Το ταξίδι συνεχίστηκε στην Bologna, όπου λατρεύτηκε σαν Θεός από τους οπαδούς της Virtus. Ακολούθησαν 2 χρόνια στο Αμέρικα, και η επιστροφή στη Virtus, μέχρι το τέλος, το 2000, σε ηλικία μόλις 30 ετών. «Ένιωθα κουρασμένος. Δεν είχα πια την αντοχή και τη διάθεση να δουλέψω το ίδιο σκληρά στις προπονήσεις, και δεν θα μπορούσα να αντέξω να μην είμαι ο ίδιος παίκτης στα μάτια του κόσμου, να χαλάσω το όνομά μου. Επίσης, δεν είχα πια κίνητρα: είχα ήδη κατακτήσει τα πάντα. Κι έτσι, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να σταματήσω».

2 Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης, 4 Πρωταθλήματα Ιταλίας, 1 Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας, 4 Ευρωμπάσκετ και 1 Ασημένιο Ολυμπιακό Μετάλλιο στην Atlanta. Όταν πια η δίψα έσβησε, ο άνθρωπος που οι Ιταλοί αποκαλούσαν «Τσάρο» γύρισε στο Βελιγράδι για να ασχοληθεί από διοικητικό πόστο με την αγαπημένη του Partizan. Και τον Δεκέμβρη του ’16, έγινε Πρόεδρος της Ομοσπονδίας της Σερβίας. Στα μάτια όσων είχαν τη χαρά να τον απολαύσουν πάνω στο παρκέ, όμως, παραμένει ένας από τους πιο ταλαντούχους, σκληρούς, ψαρωτικούς, αμείλικτους αληταράδες που πέρασαν από τα ευρωπαϊκά γήπεδα.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *